ΕΠΕΑ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΑ - ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΛΚΑΣ
www.epea.gr - Βρίσκεστε εδώ: Αρχική σελίδα » Εισηγήσεις
Λάμπρος Πόλκας, δ.φ., στην κλασική φιλολογία - Μ.Δ.Ε. στην ηλεκτρονική μάθηση - εκπαιδευτικός στη Δ.Ε.
 
Σχετικά με το epea.gr
Σύσταση
Επικοινωνία
Προσωπικά
Εργασίες ΠαΠει
Εισηγήσεις
ΚΕΓ
ΠΑΚΕ
Ψηφιακά Γράμματα
Κλασικά
Ανθρωπιστικά
Παιδεία
Κλασικές Σπουδές
Νεοελληνικές Σπουδές
Εκπαίδευση
Γραμματεία
Γλώσσα
Μετάφραση
Ενδογλωσσική
Διαγλωσσική
Web 2.0
Ιστολόγια

 


Ο "άρχοντας των δαχτυλιδιών" στον "θησαυρό της ελληνικής γλώσσας" (TLG)


Λάμπρος Πόλκας

Εισήγηση σε συνέδριοΓλώσσα & λογοτεχνία στη Δ.Ε.Πανεπιστήμιο ΙωαννίνωνΤμήμα Φιλολογίας (16-17/5/03)

Σκοπεύω να συστήσω, κατά πρώτο λόγο, στοιχειώδεις τρόπους με τους οποίους ο «Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας» (Thesaurus Linguae Graecae, TLG) μπορεί να υποστηρίξει το έργο του φιλολόγου στο μάθημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας στο Λύκειο· να θέσω, κατά δεύτερο λόγο, κάποια ερωτήματα που προκύπτουν από τη χρήση του ηλεκτρονικού προγράμματος. Ως παράδειγμα εμπειρικής εφαρμογής χρησιμοποιείται η ιστορία για τον πρόγονο του «Άρχοντα των δαχτυλιδιών», τον πλατωνικό Γύγη (Πολιτεία 359.c.6-360.b.2), η οποία φιλοξενείται στο εγχειρίδιο «Φιλοσοφικός λόγος» της τρίτης λυκειακής τάξης για τη θεωρητική κατεύθυνση (Κοπιδάκης, κ.ά., 2000: 104-112). Προηγούνται τα συστατικά στοιχεία του παραδείγματος εφαρμογής και του ηλεκτρονικού προγράμματος.

 

Ι. Η ιστορία του Γύγη στον Πλάτωνα

Ο Γύγης ήταν βασιλιάς της Λυδίας (675-650 περ.), ιδρυτής της δυναστείας των Μερμναδών, τελευταίος απόγονος της οποίας ήταν ο μοιραίος Κροίσος. Πολυσχιδής προσωπικότητα, απέκτησε στο corpus της αρχαιοελληνικής γραμματείας θρυλικό σχεδόν προσωπείο, ώστε νεότεροι ερευνητές διχάζονται ως προς τα αν υπάρχουν δύο ξεχωριστές μορφές με το ίδιο όνομα: ένας ιστορικός και ένας μυθικός Γύγης (Frutiger, 1930: 235∙ Laird, 2001).

Στην πλατωνική Πολιτεία, που συντάσσεται πιθανώς γύρω στο 375 π.Χ., η ιστορία του λυδού βασιλιά προσεγγίζει τα όρια του μύθου. Ο Γύγης -ή ο πρόγονός του υπονοεί το κείμενο- είναι βοσκός στην υπηρεσία του βασιλιά της Λυδίας. Εκμεταλλευόμενος μια μέρα υπερφυσικά φαινόμενα, κατεβαίνει μέσα στη γη, βρίσκει συμπτωματικά και αποσπά ένα χρυσό δαχτυλίδι από το δάχτυλο ενός νεκρού άνδρα, που βρισκόταν μέσα στο κουφάρι ενός κοίλου χάλκινου αλόγου, και ξαναβγαίνει στη γη. Στη συνάθροιση των βοσκών, οι οποίοι είχαν μαζευτεί για να δώσουν την τακτική τους αναφορά στον βασιλιά, διαπίστωσε ότι, κάθε φορά που γύριζε το δέσιμο (τν σφενδόνην) του δαχτυλιδιού προς την παλάμη του, γινόταν αόρατος, ενώ, όταν το επανέφερε στη θέση του, γινόταν πάλι ορατός. Επωφελούμενος από τη δύναμη του δαχτυλιδιού, κατάφερε να ενταχθεί στους δορυφόρους του βασιλιά, ξελόγιασε στη συνέχεια τη γυναίκα του, εξόντωσε με τη βοήθειά της τον ίδιο και πήρε την εξουσία.

Την εξαιρετικά συνοπτική αυτή ιστορία διηγείται ο Γλαύκων, σαν δικηγόρος που αγορεύει με βάση τη «δικογραφία», αμφισβητώντας τη θέση του Σωκράτη ότι η δικαιοσύνη, ως έμφυτο αγαθό, αντιπροσωπεύει την ενεργή προδιάθεση του ανθρώπου να συμπεριφέρεται δίκαια προς τους συνανθρώπους του (Vlastos, 1994: 171). Αντίθετα, ο αδελφός του Πλάτωνα, μεταφέροντας απόψεις που ευδοκιμούσαν στους κύκλους των σοφιστών της εποχής, επικαλείται την παραδειγματική ιστορία του Γύγη, για να δείξει ότι κανείς άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του δίκαιος, και ότι ασκεί τη δικαιοσύνη εξαιτίας του φόβου της τιμωρίας. Τόσο ο δίκαιος όσο και ο άδικος, αν είχαν το μαγικό δαχτυλίδι του Γύγη, που θα τους εξαφάνιζε από τη θέα των άλλων, θα προέβαιναν σε κάθε είδους έγκλημα και αδικία χωρίς κανέναν ενδοιασμό.

ΙΙ. Ο TLG

Ο Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας είναι ηλεκτρονική βάση δεδομένων πλήρους κειμένου. Στη σχετικώς πρόσφατη, πέμπτη έκδοσή του σε ψηφιακό δίσκο, που κυκλοφόρησε το 2000 (Heslin, 2001), περιλαμβάνει τα σωζόμενα αρχαιοελληνικά κείμενα από τον 8ο αι. π.Χ. έως το 600 μ.Χ., καθώς επίσης λεξικογραφικά, ιστοριογραφικά κείμενα και εκδόσεις με αρχαία σχόλια, που καλύπτουν την περίοδο από το 600 μ.Χ. μέχρι το 1453. Συνολικά: περισσότεροι από 3.000 συγγραφείς εκπροσωπούνται στην ψηφιακή συλλογή με 10.000 περίπου έργα τους. Στον Θησαυρό έχει ενσωματωθεί, επίσης, ο Kανόνας των ελλήνων συγγραφέων και έργων (Berkowitz & Squitier, 1990· Berkowitz, 1993: 34-61). Πρόκειται για βιβλιογραφικό οδηγό, ο οποίος ταξινομεί τους συγγραφείς και τα έργα που περιέχονται στη βάση δεδομένων. Η εκπόνηση του ερευνητικού προγράμματος ξεκίνησε το 1972 στο Πανεπιστήμιο Ιρβάιν της Kαλιφόρνια. Έκτοτε, εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα κείμενα, φιλοδοξώντας να προσδώσει «νου στο χάος» στο συνολικό coprus της ελληνικής γραμματείας (Pantelia, 2000: 2). Στα ιδιότροπα χαρακτηριστικά του Θησαυρού ανήκουν:

(α) η «αποκειμενοποίηση» των δεδομένων, καθώς, με την απουσία του apparatus criticus από τα φιλοξενούμενα κείμενα, διαγράφεται το ιστορικό και θεσμικό περιβάλλον παραγωγής τους (Ruhleder 1994: 225)·

(β) το σύστημα κωδικοποίησης των κειμένων στη μορφή Beta Code, το οποίο σήμερα τείνει να αντικατασταθεί από το πλουσιότερο πρότυπο Unicode (Hockey, 2000: 31-32)·

(γ) το ξεχωριστό λογισμικό, το οποίο χρειάζεται, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναζήτηση και η ανάκτηση των δεδομένων του Θησαυρού στη μορφή των «υπερκειμένων» (Bolter, 1991: 542).

Για τις ανάγκες της προκείμενης εισήγησης έχει χρησιμοποιηθεί, εκτός από τον ψηφιακό δίσκο του Θησαυρού (TLG E), το λογισμικό TLG Workplace 7.01 της εταιρείας Silver Mountain Software.

IΙΙ. Ανάκτηση των λεξικογραφικών δεδομένων του Θησαυρού

Η ανάκτηση των δεδομένων του Θησαυρού μέσα από το λογισμικό του μπορεί να γίνει με ποικίλους, εναλλακτικούς τρόπους. Για λόγους οικονομίας χώρου και χρόνου, επιλέγονται τρεις, με βάση τις οποίους συσχετίζονται, μέσω λέξεων ή φράσεων, αντιπροσωπευτικές μορφές, έννοιες και ιδέες της ιστορίας του Γύγη με άλλες: (α) της Πολιτείας· (β) των υπολοίπων έργων του Πλάτωνα, εκτός της Πολιτείας· (γ) προγενενέστερων και μεταγενέστερων του Πλάτωνα έργων. Παραδειγματικές εφαρμογές αναζήτησης και ανάκτησης των δεδομένων του Θησαυρού μέσα από το λογισμικό δίνονται στο Παράρτημα.

1. Ο Γύγης στην πλατωνική "Πολιτεία"

Το σχολικό εγχειρίδιο και το βιβλίο του καθηγητή δίνουν την εντύπωση ότι ο Γύγης και το δαχτυλίδι του απασχολούν τον Πλάτωνα και τους συνομιλητές του μόνο στην προκείμενη ιστορία. Ανατρέχοντας, ωστόσο, στα ανακτημένα δεδομένα του Θησαυρού σχετικά με τον Γύγη εντοπίζουμε ένα ακόμη χωρίο στην Πολιτεία, όπου ο Σωκράτης τώρα, κλείνοντας το φιλοσοφικό δικαστήριο του λυδού βασιλιά διαπιστώνει, με τη σύμφωνη γνώμη και του Γλαύκωνα, ότι (612.b.2-5): «…η ίδια η δικαιοσύνη είναι από μόνη της ό,τι καλύτερο για την ψυχή αυτή καθεαυτήν, και ότι η ψυχή οφείλει να πράττει τα δίκαια είτε έχει το δαχτυλίδι του Γύγη (τον Γύγου δακτύλιον) είτε όχι –ακόμη κι αν μαζί με αυτό έχει και του Άδη την περικεφαλαία» (Σκουτερόπουλος, 2002: 755-756).

Ο εντοπισμός του συμπερασματικού αυτού χωρίου και η επισήμανσή του επιβάλλεται τουλάχιστον για τους εξής τρεις λόγους: (α) αναδεικνύεται η εμβέλεια του παραδείγματος στη συζήτηση για την πλεονεξία και τη δικαιοσύνη ανάμεσα στον Γλαύκωνα και στον Σωκράτη· (β) αποδεικνύεται ότι η ιστορία του Γύγη προσφέρεται ως υπόθεση προς αναίρεση· (γ) κατοχυρώνεται εν μέρει η πολυσυζητημένη ταυτότητα του πρωταγωνιστή της ιστορίας, καθώς ο Γλαύκων (359.d.1) αναφέρεται είτε «στον πρόγονο [του Γύγη] του Λυδού» είτε -με την απαλοιφή της προσθετικής αγκύλης- «στον πρόγονο του Λυδού», δηλ. του Κροίσου, που ήταν ο ίδιος ο Γύγης. Την αμφιλογία αυτή δεν δικαιολογούν οι συντάκτες του σχολικού εγχειριδίου, τουλάχιστον μέσα από άλλες σχετικές παραπομπές (Κοπιδάκης, 2000: 106∙ Adam 1963: 70). Ωστόσο, με την επιλογική αναφορά του Σωκράτη στον Γύγου δακτύλιον, η κειμενική αμφιλογία προσωρινά επιλύεται.[1]

Ο Γύγης απασχολεί τελικά τον Πλάτωνα μόνο σε δύο περιπτώσεις μέσα στην Πολιτεία. Αν θα θέλαμε να αποκαταστήσουμε επιπρόσθετες διασυνδέσεις (αναλογικές ή αντιθετικές) χωρίων της συζητούμενης διδακτικής ενότητας με άλλα της Πολιτείας ανακαλούμε από τον Θησαυρό λέξεις-κλειδιά, που δραστηριοποιούν αντιπροσωπευτικά θέματα μοτίβα της σχετικής ιστορίας: λ.χ., του ποιμένα, του δαχτυλιδιού, της καταβάσεως, κλπ. (Fauth, 1970). Παράδειγμα η λέξη ποιμήν, που παραπέμπει στην αρχική ιδιότητα του Γύγη. Αν αναζητήσουμε τη σχετική λέξη στα συμφραζόμενα της Πολιτείας, οδηγούμαστε, μεταξύ άλλων, στον ποιμένα τον οποίο επικαλείται στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας ο Θρασύμαχος (343.b.1 κ.ε.), προκειμένου να στηρίξει τη γενικότερη θέση του ότι η δικαιοσύνη είναι το συμφέρον του ισχυρού, του εξουσιαστή. Για τον σοφιστή, ο τσοπάνος βόσκει τα πρόβατα όχι για το συμφέρον κάποιου άλλου, των προβάτων, αλλά για το πώς ο ίδιος θα ωφεληθεί από τη βοσκή τους. Αντίθετα, ο Σωκράτης (345.d.1 κ.ε.) υποστηρίζει ότι ο βοσκός φροντίζει για το καλό των προβάτων· διαφορετικά συμπεριφέρεται σαν χρηματιστής.

Επιμένοντας στα συμφραζόμενα της προκείμενης αντιλογίας, διαβάζουμε ότι για τον Θρασύμαχο, ο οποίος μόνο με την υπόσχεση ότι θα δεχθεί «φακελάκι» αναλαμβάνει να τοποθετηθεί (337.d.9), ο τέλειος εξουσιαστής-ποιμένας συνδέεται (344.e.1) με τν μεγάλα δυνάμενον πλεονεκτεν στο καθεστώς της τυραννίδας (344.a.4): τν τελεωτάτην δικίαν. Κύριο χαρακτηριστικό του τυραννικού πολιτεύματος είναι ότι (344.a.6-b.1): «δεν αφαιρεί λίγο-λίγο από τον άλλο, πότε κρυφά και πότε με τη βία, τα ιερά και τα όσια, τα ατομικά και τα δημόσια, αλλά όλα μαζί!» (Σκουτερόπουλος, 2002: 73).

Ερωτάται, λοιπόν, αν στον διάλογό του περί της πλεονεξίας με τον Σωκράτη ο Γλαύκων, ανανεώνοντας τη διακοπείσα αντιλογία του φιλοσόφου με τον σοφιστή, παραδειγματίζει την επιχειρηματολογία του με την εικόνα ενός ποιμένα περίπου ανάλογης με εκείνην του επηρμένου Θρασυμάχου. Αν, με άλλα λόγια, ο Γύγης στον Πλάτωνα, στοχεύοντας στο προσωπικό του όφελος, μετατρέπεται, όπως αναφέρεται και παρακάτω, χάρη στο παντοδύναμο δαχτυλίδι του, σε άπληστο τύραννο και διαπράττει, στον σκοπίμως τηλεγραφικό επίλογο της ιστορίας, κατά το παράδειγμα του τυράννου του σοφιστή, κάθε είδους αδικία. Με αυτά τα δεδομένα, ο πλατωνικός Γύγης, σκόπιμα ίσως, εμφανίζεται στην αρχή ως περιθωριακός βοσκός των ποιμνίων του βασιλιά, για να μετατοπιστεί, με το δαχτυλίδι του, στη θέση του ποιμένος λαν αντιστρέφοντας, ωστόσο, τους όρους σχέσης της γνωστής μεταφοράς, όπως τουλάχιστον τη γνωρίζουμε από την προηγούμενη επική και μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση: αντί, δηλαδή, ο ποιμένας να φροντίζει για το καλό των λαν, οι λαοί, υπηρετούν τον ποιμένα (Haubold, 2000: 22-23).

2. Μοτίβα της ιστορίας του Γύγη στα έργα του Πλάτωνα, εκτός της "Πολιτείας"

Ανακτώντας επιπρόσθετες λέξεις-κλειδιά της ιστορίας του Γύγη κατοχυρώνουμε τη σταθερή αρνητική χροιά που παίρνουν κεντρικές έννοιες στα έργα του Πλάτωνα εκτός της Πολιτείας. Μερικά παραδείγματα: Αν αποσυνδέσουμε τον Γύγη από το δαχτυλίδι του, διαπιστώνουμε εκλεκτικές συγγένειες του δακτυλίου με τον πλούτο, τη δύναμη και το μυστηριακό «δέσιμο» των κατόχων του. Έτσι, στον Ιππία Ελάττονα (368.b.7, 368.c.1) ο Σωκράτης ειρωνεύεται τον σοφιστή, επειδή, επιδεικνύοντας το δαχτυλίδι του, που ο ίδιος είχε φτιάξει, περιφέρεται στα τραπέζια στην αγορά της Ολυμπίας, ανταλλάσσοντας σαν χρηματιστής τη δοκησισοφία του με χρήμα. Από την άλλη μεριά, στον πλατωνικό Ίωνα (533.d.5, 533.d.6, 533.e.1, 533.e.2, 535.e.7, 536.a.6, 536.b.2), [2] όπου λανθάνει η εναντίωση της ά-λογης ποίησης προς την έλλογη φιλοσοφία, ο Σωκράτης εκτιμά ότι ο ποιητής, ο ραψωδός και ο ακροατής έλκονται και συνέχονται μεταξύ τους με σιδερένιους κρίκους (δακτυλίους) από τη Μούσα, που σαν μαγνήτης τους μεταδίδει θεϊκή δύναμη, την οποία και μεταβιβάζουν ο ένας στον άλλον (Suzanne, 1996).

Αξιοσημείωτη, επίσης, είναι η αντιθετική σχέση του μύθου προς τον λόγο, όπως αυτή υποδηλώνεται μέσω ενός ρηματικού τύπου που σχετίζεται με την καταστατική λειτουργία της θέασης των πραγμάτων και του κόσμου: το θαυμάζειν. Στην ιστορία του Γύγη εκφράζει τόσο τα «περίεργα» πράγματα, που λέγεται ότι είδε στον κάτω κόσμο ο λυδός ποιμένας όσο και το υποψιασμένο σάστισμά του, πριν και μετά την ανεύρεση του δαχτυλιδιού (θαυμάσαντα, θαυμαστά, θαυμάζειν, 359.d.5, d.6, 360.a.2), ενώ ο ίδιος τύπος στον Θεαίτητο (155.d.2-4) αποτελεί, κατά τον Σωκράτη, το πάθος του φιλοσόφου και την ρχήν της φιλοσοφίας. Τέλος, το χάσμα (τς γς, 359.d.4), λέξη με οριακή σημασία για τον προσδιορισμο της τοπογραφίας του κάτω κόσμου (Φαίδ. 111.c.8, 111.e.6, 112.a.5· πρβλ. Πολ. 614d.4) δίνει τη δυνατότητα κατάβασης του λυδού ποιμένα στα έγκατα της γης, αποτελώντας αστείρευτη πηγή δύναμης.

3. Η ιστορία του Γύγη σε προγενέστερα και μεταγενέστερα του Πλάτωνα έργα

Το παλίμψηστο χωρίων (συνοπτικών και εκτεταμένων), που μπορεί να ανακτηθεί στην προκειμένη περίπτωση, είναι εξαιρετικά πλούσιο. Δίνονται μερικά μόνο παραδείγματα:

3.1. Γύγου δακτύλιος: ἐπὶ τῶν πολυμηχάνων καὶ πανούργων

Ελέγχοντας τα ανακτημένα λεξικογραφικά δεδομένα σχετικά με τον Γύγη στο συνολικό corpus του Θησαυρού, διαπιστώνουμε ότι από τον δεύτερο μεταχριστιανικό αιώνα και εξής, αρχής γενομένης από τον Διογενιανό τον Γραμματικό (2ος αι. μ.Χ.), ο πλατωνικός Γύγης μοιράζεται κατηγορήματα παραπλήσια με του ομηρικού Οδυσσέα, καθώς ο Γύγου δακτύλιος αναφέρεται ως παροιμοιώδης έκφραση π τν πολυμηχνων κα πανοργων (Παροιμ. 3.99.1· 2.20.1-2).[3]

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν είναι δυνατόν ο πλατωνικός Γύγης να θεωρηθεί ρεπλίκα του πολυμήχανου και πανούργου ομηρικού ήρωα, εφόσον συνυπολογιστούν τα εξής δεδομένα:

(α) η σύνδεση του κοίλου, χάλκινου αλόγου με τον δούρειο ίππο, την οποία υπαινίσσεται το σχολικό εγχειρίδιο, παραπέμποντας μάλιστα στον διάσημο πίθο της Μυκόνου (Κοπιδάκης, κ.ά, 2000: 106· Schul, 1968: 66)·

(β) η αναφορά που εντοπίζουμε στον Θησαυρό, συγκεκριμένα στον Λουκιανό (Πλοίο ή ευχές, 42.1-10), ότι τα μαγικά δαχτυλίδια, που παρέχουν δύναμη στον κάτοχό τους, είναι δώρα του θεού Ερμή∙

(γ) η αναλογική σχέση του Ερμή ως θεού της τύχης[4] με τον Γύγη, ο οποίος, ευνοούμενος από διαδοχικά συμπτωματικά περιστατικά, ανακαλύπτει στα έγκατα της γης τον παντοδύναμο θησαυρό του·

(δ) η γενεαλογική συγγένεια του Οδυσσέα, που και αυτός κερδίζει τον νόστο του με την κάθοδο στον Άδη, με τον Ερμή, θεό της κλεπτοσύνης, ο οποίος μπορούσε να αφαιρεί τα πάντα αθέατος από τους άλλους (Μαρωνίτης, 1984: 160-165).

3.2. Γύγης: πολύχρυσος τύραννος

Ευρεία δέσμη αναφορών που αντλούμε από τον Θησαυρό αναφέρεται με απαξιωτικό κυρίως τρόπο στον παροιμοιώδη πλούτο του Γύγη, σε συνδυασμό με την τυραννική του εξουσία. Η πρώτη αποδίδεται στον σύγχρονο του λυδού βασιλιά, όπως αναφέρεται στον Ηρόδοτο (1.12.7), ποιητή Αρχίλοχο (απόσπ. 19): «Του Γύγη του πολύχρυσου τα ελέη δεν θέλω, / δεν έχω ζήλεια ούτε φθονώ των θεών τα έργα, / την τυραννία δεν αγαπώ μεγάλη ας είναι· / μακριά, μακριά από τα δικά μου μάτια κείται» (Δάλλας, 1976: 23). Την αναφορά αυτή μιμούνται, με παραλλαγές, πολλοί μεταγενέστεροι συγγραφείς.[5]

Επιπρόσθετες, ιστορικές και λεξικογραφικές, πηγές του Θησαυρού αναφέρονται στα μεταλλεία από όπου αντλούσε ο Γύγης τον πλούτο του και τον κατοχυρώνουν ως τον πρώτο τύραννο.[6] Μένει να διερευνηθεί αν και με βάση ποια υποκείμενη λογική ο πλατωνικός Γύγης, μέσω της στροφῆς τῆς σφενδόνης, από περιθωριακός ποιμένας τρέπεται σε τύραννο αφενός και πλούσιο αφετέρου.[7] Πάντως, μερικοί νεότεροι ιστορικοί (Radet, 1893· Ure, 1962), ακολουθώντας τον Ηρόδοτο (1.94.1-4), συνδέουν τη γέννεση της τυραννίδας στη Λυδία με την επινόηση της νομισματοκοπίας, αποδίδοντας στη σφραγίδα του δαχτυλιδιού του πλατωνικού Γύγη ξεχωριστή θέση στο σημειολογικό σύστημα της πολιτικής και της οικονομίας.

3.3. Γύγης: αόρατος και ορατός

Η «λυδία λίθος» της ιστορίας του Γύγη στον Πλάτωνα έγκειται στο μαγικό του δαχτυλίδι. Αυτό το όργανο δύναμης και απάτης τον καθιστά στην αρχή, μπροστά στους άλλους βοσκούς, αφανή και φανερό, ενώ στη συνέχεια, αν και δεν δηλώνεται τίποτε σχετικό από τον Πλάτωνα, προφανώς με το ίδιο όπλο ο ποιμένας γίνεται δορυφόρος, ξελογιάζει τη βασίλισσα, σκοτώνει τον βασιλιά και παίρνει την εξουσία. Τελικά, στην πλατωνική ιστορία το δαχτυλίδι, ως σήμα πολιτικής δύναμης, συμπυκνώνει την ικανότητα του κατόχου του να εξαφανίζεται από το βλέμμα ή τη θέα των άλλων: να τρέπεται από ορατός σε αόρατο και, αντιστρόφως, από αόρατος σε ορατό.

Αξιοποιώντας τα ανακτημένα δεδομένα σχετικά με τον Γύγη από το συνολικό corpus του Θησαυρού, έχουμε τη δυνατότητα να ανακαλέσουμε «υποκείμενα» και «υπερκείμενα» της σχετικής ιστορίας (Genette, 1982: 11-13) και, συγκρίνοντάς τα με την πλατωνική εκδοχή, να διερευνήσουμε αν και με ποιον ακριβώς τρόπο το δίδυμο ζεύγος «αόρατο-ορατό» εντοπίζεται σε άλλα έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, που αναφέρονται στην ιστορία του Γύγη∙ κατ’ επέκταση, ποιες ακριβώς σχετικές όψεις τους αποτυπώνονται στη μαγική ικανότητα του δαχτυλιδιού στον Πλάτωνα. Έτσι, η πλατωνική ιστορία μπορεί να συγκριθεί με χωρία και μέρη από τουλάχιστον άλλες τέσσερις εκδοχές. Συγκεκριμένα:

Με την «υποκείμενη» εκδοχή του Ηροδότου (Ιστορ. 1.8.7-12.9), την οποία προτείνει και το σχολικό εγχειρίδιο. Στην ηροδότεια «αιτιολογική» νουβέλα (Μαρωνίτης, 2001: 17-18) το ζεύγος «αόρατο-ορατό» μετατοπίζεται στην ίντριγκα που υποκινεί ο Ηρακλείδης Κανδαύλης. Ο ερωτομανής βασιλιάς, πιστεύοντας στο απόφθεγμα του Ηράκλειτου «οι άνθρωποι εμπιστεύονται τ’ αυτιά λιγότερο απ’ ό,τι τα μάτια τους» (1.8.10-11· πρβλ. Πολύβ., Ιστορ. 12.27.1.4-5), πείθει τον πιστό του δορυφόρο Γύγη να δει κρυφά γυμνή τη γυναίκα του, όταν αυτός θα πλαγιάσει μαζί της στον βασιλικό κοιτώνα. Το επεισόδιο καταλήγει σε φιάσκο, με τραγικές συνέπειες: κρυμμένος από τον Κανδαύλη πίσω από το θυρόφυλλο, ο Γύγης «θαυμάζει» τη βασίλισσα. Εκείνη, όμως, τον βλέπει την ώρα που βγαίνει έξω από τον κοιτώνα, και τον υποχρεώνει την επομένη ημέρα να εξοντώσει τον δόλιο σύζυγό της με τον ίδιο τρόπο: κρύβοντάς τον, δηλαδή, από τη θέα του Κανδαύλη, στο ίδιο ακριβώς σημείο απ’ όπου ο πιστός δορυφόρος είδε τη βασίλισσα.

Με την περιφερειακή του Νικόλαου Δαμασκηνού (ιστορικού του πρώτου προχριστιανικού αιώνα), η οποία σώθηκε σε περίληψη από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (Περ πιβουλν 14.14 κ.ε.). Στην εκτενή εκδοχή του Δαμασκηνού, η οποία αντλεί το υλικό της από τα Λυδιακά του λογογράφου Ξάνθου –σύγχρονου ή και προγενέστερου από τον Ηρόδοτο σύμφωνα με τον Έφορο (Αθήν., Δειπν. 12.ΙΙ.7-8)- το αόρατο και το ορατό ρητά απουσιάζουν. Προστίθενται, ωστόσο, εξαιρετικές, φυσικές ικανότητες του Γύγη και άθλοι του, που δεν αναφέρονται ούτε από τον Ηρόδοτο ούτε από τον Πλάτωνα: ο νεαρός Γύγης (πανέμορφος, γενναίος, άριστος στην ιπποσύνη και στη χρήση των όπλων). περνά με επιτυχία, χάρη στην ασυναγώνιστη δύναμή του, απανωτές δοκιμασίες με κάπρους και θηρία, στις οποίες υποβάλλεται από τον εξουσιαστή του Σαδυάττη, και εντάσσεται, έτσι, στο σώμα των έμπιστων δορυφόρων του. Έχοντας αναλάβει την αποστολή να πάει να φέρει από τη Μυσία τη μέλλουσα νύφη του βασιλιά Τουδώ, την ερωτεύεται καθοδόν και «τής τα ρίχνει»· όμως, εκείνη έξαλλη αντιστέκεται. Όταν φτάνουν στις Σάρδεις, η Τουδώ καταγγέλλει τη συμπεριφορά του Γύγη στον Σαδυάττη, και αυτός αποφασίζει την άμεση εξόντωσή του. Τον προλαβαίνει, όμως, ο Γύγης, καθώς, ειδοποιημένος στο μεταξύ από μια δούλα του παλατιού, που ήταν ερωτευμένη μαζί του, εξοντώνει με συμμάχους τον βασιλιά την ώρα του ύπνου του, παίρνει την εξουσία και παντρεύεται τη βασίλισσα.

Είναι εξαιρετικά πιθανό ότι τόσο ο Ηρόδοτος όσο και ο Πλάτωνας, έχοντας υπόψη τους τις εξαιρετικές ικανότητες του Γύγη της λυδιακής ιστορίας, τις μετατοπίζουν τροποποιώντας τες στο επεισόδιο του κοιτώνα και στην παντοδυναμία του μαγικού δαχτυλιδιού αντίστοιχα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν νέες λειτουργίες των δικών τους έργων (Smith, 1902: 377).

Με το αχρονολόγητο, οξυρύγχειο απόσπασμα μιας τραγωδίας, το οποίο φιλοξενείται στα Tragica Adespota (απόσπ. 664.18 -33). Εδώ, η ανώνυμη βασίλισσα, στην δεκαεξάστιχη εξομολόγηση του επεισοδίου του κοιτώνα προς τον γυναικείο Χορό, αναφέρει στην αρχή ότι είδε τον Γύγη (στ. 1), εξηγώντας στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο αντιλήφθηκε την ίντριγκα που της έστησε ο δόλιος σύζυγός της (στ. 4-5): «μα τον Kανδαύλη ως είδα με ανοιχτά τα μάτια / τί τρέχει μάντεψα και ποιος που το σοφίστη» (Κακριδής, 1981: 56∙ 1971: 114-127). Η βασίλισσα, δηλαδή, είδε τον Γύγη να τη βλέπει, παρατηρώντας τον Κανδαύλη να βλέπει τον Γύγη που την έβλεπε (Travis, 2000: 346).

Με το απόσπασμα από την Καινή Ιστορία του Πτολεμαίου Χέννου (μυθογράφου του 1ου αι. μ.Χ.), την οποία διέσωσε σε περίληψη ο Φώτιος στη Βιβλιοθήκη του (190.150b.18-29) και επιχειρεί να γεφυρώσει, με ανορθολογικές εξηγήσεις, την απόσταση που χωρίζει τον Πλάτωνα από τον Ηρόδοτο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Χέννο, η βασίλισσα πήρε είδηση τον Γύγη την ώρα που έβγαινε έξω από τον κοιτώνα, επειδή ήταν δίκορος, με οξεία όραση, και, επιπρόσθετα, κατείχε την πέτρα του δρακοντίτη. Συνυπολογίζοντας από τα ανακτημένα δεδομένα του Θησαυρού σχετικά με το Γύγη την πληροφορία του Φλάβιου Φιλόστρατου (2ος αι. μ.Χ.) ότι ο δρακοντίτης λίθος διέθετε ρρητον σχν κατ τν δακτύλιον, ν γενέσθαι φασ τ Γύγ (Βίος Απολ. Τυαν. 3.8.22), συμπεραίνουμε ότι ο Χέννος θεωρεί δεδομένο ότι ο Γύγης κατείχε το μαγικό δαχτυλίδι που τον έκανε αόρατο (πλατωνική εκδοχή· η δύναμή του, όμως, στον βασιλικό κοιτώνα (ηροδότεια εκδοχή) αχρηστεύθηκε από της βασίλισσας τα υπερφυσικά όπλα που τον καθιστούσαν ορατό.[8]

ΙV. Σχόλια

1. Για την απελευθέρωση από την τυραννία του μόχθου

Στα καινοτομικά χαρακτηριστικά του Θησαυρού, μεταξύ άλλων, ανήκουν: (α) η ταξινομημένη συγκέντρωση, μέσα σε ένα εύχρηστο και ευλύγιστο ηλεκτρονικό περιβάλλον, του αχανούς και ετερόκλητου corpus της ελληνικής γραμματείας· (β) η ταχεία, άμεση και οικονομική, ανάκτηση λέξεων και φράσεων μέσα στα κειμενικά τους συμφραζόμενα (key word in context, KWIC). Στο παράδειγμα της πλατωνικής ιστορίας εντοπίσαμε αμέσως σχετικά χωρία στην Πολιτεία, μετακινηθήκαμε εύκολα σε άλλα έργα του Πλάτωνα και συγκρίναμε «υποκείμενες» ή «υπερκείμενες» παραλλαγές της ιστορίας του Γύγη. Φέραμε, λίγο πολύ, ένα μέρος της ακαδημαϊκής βιβλιοθήκης στην επιφάνεια εργασίας μας.

Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο νομιμοποιούμαστε να συμπεραίνουμε ότι, επειδή ο Θησαυρός μάς απελευθερώνει από την τυραννία του μόχθου, συνιστά και αλλαγή παραδείγματος ως προς τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε και ερμηνεύουμε τα αρχαία κείμενα· αν, με απλούστερα λόγια, ο Θησαυρός αποτελεί «επανάσταση» στον οικείο κλάδο των κλασικών σπουδών (Bruner, 1993: 10· Μπαμπινιώτης, 1992: 168), με καινοτομικά αποτελέσματα τα οποία δεν μπορούσαμε να πετύχουμε στο παρελθόν.

Ο δρόμος της απάντησης συντομεύεται, αν ληφθούν υπόψη τα εξής:

(α) η ρητορική ευφορία είναι αναπόσπαστο τμήμα της διαφημιστικής εισβολής των υπολογιστών στους χώρους παιδείας και εκπαίδευσης, όπου, εξαιτίας της άγνοιας, του σκεπτικισμού και της δικαιολογημένης συχνά αδιαφορίας των χρηστών, «ο μονόφθαλμος ανάμεσα στους τυφλούς εμφανίζεται ως βασιλιάς» (Ruhleder, 1991: 138)·

(β) η τυφλή εμπιστοσύνη στις ευκολίες που παρέχουν οι ηλεκτρονικές εκδόσεις κειμένων επιβάλλουν στον ανυποψίαστο χρήστη τη λήθη της συνεισφοράς έντυπων βοηθημάτων: λόγου χάριν, του πίνακα ονομάτων μιας έγκυρης κριτικής έκδοσης της πλατωνικής Πολιτείας, μέσω του οποίου εντοπίζονται οι αναφορές στον Γύγη, ή ενός συμφραστικού πίνακα (για παράδειγμα του Brandwood, 1976), ο οποίος καταλογραφεί όλες τις λέξεις που απαντούν στα έργα του Πλάτωνα·

(γ) η ανάλυση των κειμένων με ηλεκτρονικά εργαλεία είναι χρήσιμο να διακρίνεται, λογικά τουλάχιστoν, σε δύο, συμπληρωματικές ασφαλώς μεταξύ τους, λειτουργίες, οι οποίες στην πράξη σκοπίμως συγχέονται: η πρώτη (η μηχανική λειτουργία) αφορά στο τι κατορθώνει το ηλεκτρονικό πρόγραμμα με βάση τις εντολές που του δίνει ο χρήστης, ενώ η δεύτερη (η διανοητική ή γνωστική λειτουργία) σχετίζεται με το τι πετυχαίνει ο χρήστης, αξιοποιώντας τα δεδομένα του ηλεκτρονικού προγράμματος (McCarty, 1995· Thompson, 2002).

Ως προς τις μηχανικές του λειτουργίες, ο Θησαυρός ακολούθησε και ακολουθεί την εξέλιξη των ηλεκτρονικών προγραμμάτων της ελεύθερης αγοράς: Στα τέλη του 1971 ξεφύλλιζα άρθρα για βάσεις δεδομένων που είχαν δημιουργήσει η CIA, η IRS (αμερικανική φορολογική υπηρεσία) και οι αεροπορικές εταιρείες∙ ξαφνικά, κατάλαβα ότι οι υπολογιστές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για άλλα πράγματα, εκτός από το να δίνουν αριθμητικές και ονοματικές πληροφορίες. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι, αντί να χειρίζομαι γραμμένα κομμάτια χαρτιού, θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω τον υπολογιστή. Αυτή η στοιχειώδης απόφαση οδήγησε στη δημιουργία του TLG και στην προκοπή του -(δήλωση του πρώτου διευθυντή του Θησαυρού Theodore Bruner στη Ruhleder, 1991: 109). Το νέο στοιχείο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ακριβώς η ενσωμάτωση μηχανιστικών διαδικασιών από τους χώρους της πληροφορίας και της οικονομίας στην ελληνική γραμματεία: η αριθμητική, ειδικότερα, αναπαράσταση ενός ογκώδους και ευρύτατα ενοποιημένου σώματος κειμένων, το οποίο, αποθηκευμένο στον υπολογιστή, ανακαλείται για να χρησιμοποιηθεί την οποιαδήποτε στιγμή.

Όµως, τα µηχανικά πλεονεκτήµατα του Θησαυρού δεν λένε από µόνα τους και πολλά πράγµατα, αν ο χρήστης δεν περνά από την ανακτηµένη συγκέντρωση λέξων, φράσεων και χωρίων στην ερµηνεία τους µέσα στο κείµενο (διανοητική λειτουργία). Παρά το γεγονός ότι η δυνατότητα αυτή εξαρτάται άµεσα από την ποιότητα των συνοδευτικών λογισµικών, που στην περίπτωση του Θησαυρού κρίνεται εξαιρετικά φτωχή (Pantelia, 2000: 4), η ερµηνεία των κειµένων και η παραγωγή γνώσης προϋποθέτουν, από την πλευρά του χρήστη, σειρά διαδικασιών επεξεργασίας των δεδοµένων µε  µεθόδους που χρησιµοποιούνταν από παλιά µε τους χειροποίητους θησαυρούς:

(α) εντοπισµός, από το πλήθος των λεξικογραφικών τµηµάτων, εκείνων που έχουν νόηµα και σχέση µε το αντικείµενο έρευνας·

(β) οργάνωση των τµηµάτων σε κατηγορίες·

(γ) εξήγηση των σχέσεων που προκύπτουν ανάµεσα στις κατηγορίες (Thompson, 2002).

Σε κάποιες, µάλιστα, περιπτώσεις, για να ερµηνευθούν διασυνδέσεις λέξεων και εννοιών, όπως αυτή ανάµεσα στο δαχτυλίδι και στον πλούτο ή στα χρήµατα του Γύγη, ο φιλόλογος χρειάζεται και την υποστήριξη εξωκειµενικών δεδοµένων από όµορους κλάδους. Συγκεκριµένα, θα πρέπει να αναζητήσει πηγές που δείχνουν ότι: (α) πριν από την καθιέρωση του νοµίσµατος, τα δαχτυλίδια ήταν ένα είδος φυλαχτού, το οποίο ο ηγεµόνας, όπως ο πελώριος νεκρός της πλατωνικής ιστορίας, έπαιρνε στον τάφο του· (β) µερικά νοµίσµατα ήταν δαχτυλίδια-νοµίσµατα· (γ) η µήτρα από την οποία κατασκευάζονταν τα νοµίσµατα ήταν η σφραγίδα του δαχτυλιδιού του βασιλιά· (δ) το δαχτυλίδι, ως σηµάδι ιδιοκτησίας, ήταν από τα πιο ορατά σύµβολα, µάρτυρες, µε τα οποία πιστοποιούνταν οι εµπορικές συναλλαγές (Shell, 1978: 35-36· Gernet, 2000: 150-152).

Ο Θησαυρός, εποµένως, δεν προκαλεί επαναστατικές αλλαγές στις κλασικές σπουδές· αποτελεί, ωστόσο, πολύτιµη λεξικογραφική -και όχι µόνο- πηγή (Adrados & Rodriguez Somolinos 1994), υποστηρίζοντας αποτελεσµατικά  µέρος της εργασίας του φιλολόγου, οι µέθοδοι   και οι στόχοι της οποίας εξακολουθούν να καθορίζονται από τον ίδιο, το αντικείµενο έρευνας και τα έντυπα βοηθήµατα. Αν, µε αυτή την έννοια ο Θησαυρός, παρέχοντας έτοιµα τα λεξικογραφικά δεδοµένα, αυξάνει τις δυνατότητες για µια πιο κριτική ανάλυση των κειµένων ή βαθύτερη κατανόησή τους (Pantelia, 2000: 3), τότε ανοίγει εξίσου δύσβατους, χρονοβόρους και επίµοχθους, όπως στο παρελθόν, αναγνωστικούς ορίζοντες. Εξάλλου, το κρίσιµο ζητούµενο στην ηλεκτρονική ανάλυση των κειµένων δεν είναι τα εκατοµµύρια λέξεων που µπορούν να θησαυριστούν σε ένα πρόγραµµα ή ο εντοπισµός της συχνότητας εµφάνισής τους, αλλά η «µετάφραση» των δεδοµένων σε νέα γνώση, προκύπτουσα από νέα θεωρητικά πρότυπα και ερµηνευτικές στρατηγικές. Μέχρι σήµερα τουλάχιστον, ως σηµαντικό σηµαντικό κέρδος στο πεδίο αυτό αναγνωρίζονται οι «µεταφραστικές» απώλειες, επειδή  µας βοηθούν να κατανοήσουµε τι δεν  µπορεί να κωδικοποιηθεί από τα ηλεκτρονικά προγράµµατα και παραµένει «αµετάφραστο» στο πρωτότυπο (McCarty,  2001: 5).

2. Για το σύνδρομο του Παλίμψηστου

Το δεύτερο, συμπληρωματικό προς το πρώτο, ερώτημα σχετίζεται με την εγκυρότητα της διαπίστωσης ότι, μέσω της θησαυρισμένης σύγκρισης λέξεων, φράσεων και χωρίων η ανάλυση των κειμένων γίνεται: (α) ακριβέστερη και αντικειμενική· (β) ευρύτερη και πληρέστερη (Ruhleder, 1994: 219-223). Προωθείται, συγκεκριμένα, η αποδεικτική γνώση μέσω της κλασικής ερμηνευτικής μεθόδου των «παράλληλων» χωρίων· αποκαθίσται η ενότητα των αρχαίων κειμένων, που κατά κανόνα διδάσκονται αποσπασματικά· επεκτείνεται, τέλος, ο γραμματειακός Κανόνας προς συγγραφείς και κείμενα, τα οποία παραμένουν στην αφάνεια κυρίως στο σχολικό περιβάλλον, φωτίζουν, ωστόσο, από διαφορετικές εστίες τα διάσημα κείμενα και έχουν τη δική τους, ξεχωριστή σημασία.

Και οι απόψεις αυτές ισχύουν υπό προϋποθέσεις και κρύβουν στην εφαρμογή τους κινδύνους, που ενδέχεται να οδηγούν σε παραναγνώσεις και υπερερμηνείες. Συγκεκριμένα, επειδή τα αποτελέσματα αναζήτησης εξαρτώνται από τα δεδομένα που ο χρήστης εισάγει στο λογισμικό του Θησαυρού, και οι φιλοξενούμενες εκδόσεις δεν συνοδεύονται πλέον, όπως οι έντυπες, από το κριτικό τους υπόμνημα, τους κατατοπιστικούς προλόγους και τα σχόλια, οι όροι της ακρίβειας και της αντικειμενικότητας σχετικοποιούνται και υπόκεινται στους εξής περιορισμούς:

  • ένας αναζητούμενος τύπος μπορεί να εμφανίζεται σε μορφικές παραλλαγές, που πρέπει να προβλεφθούν από τον χρήστη·
  • στη φάση της κωδικοποίησης των κειμένων έχουν ληφθεί αποφάσεις από τους εναλλασσόμενους τεχνικούς του ηλεκτρονικού προγράμματος, το σύστημα των οποίων ο χρήστης οφείλει να γνωρίζει·
  • ο Θησαυρός δεν είναι σε θέση να διακρίνει διαφορετικές σημασίες της ίδιας λέξης ή να διαχωρίσει κυριολεκτικές από μεταφορικές χρήσεις της (λ.χ., το παντοδύναμο δαχτυλίδι του βασιλιά της Λυδίας από τους κρίκους με τους οποίους στον πλατωνικό Ίωνα ο ποιητής, ο ραψωδός και ο ακροατής συνέχονται και έλκονται από τη Μούσα).

Στην πράξη, λοιπόν, με τις υψηλές προσδοκίες που δημιουργούν οι νέες τεχνολογίες, ό,τι στην εποχή του Schleiermacher ήταν «εξαιρετικά εύκολο», ενδέχεται σήμερα να καθιερωθεί ως επικίνδυνα αβασάνιστο: να διατυπώνονται, δηλαδή, λανθασμένες κρίσεις με βάση επιμέρους φράσεις ενός συγγραφέα, όταν οι φράσεις αυτές, αποσπασμένες από τα αρχικό τους κειμενικό περιβάλλον, ενσωματώνονται ως τεκμήρια ή χωρία με αποδεικτική αξία, σε άλλα συμφραζόμενα (Szondi, 1999: 24, σημ. 10).

Τέλος, ως προς τους όρους της ευρύτητας και της πληρότητας των δεδομένων, ενδέχεται στην πράξη να συμβαίνουν τα εξής:

  • να γίνεται λόγος για τα αρχαία κείμενα, δίχως να ενδιαφέρει η ουσιαστική γνώση του περιεχομένου τους, όταν κυρίως ο χρήστης αδυνατεί να θέσει το ερώτημα σε τι ακριβώς τού χρησιμεύουν για την κατανόηση ενός προς εξέταση κειμένου τα περισσότερα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του·
  • να συγχέεται η ανάγνωση του αρχαίου κειμένου, στην οποία προέχει η ανάδειξη της διαδικασίας παραγωγής του νοήματός του και των ποιητικών του χαρακτηριστικών, με την ανάγνωση για το αρχαίο κείμενο, όπου ενδιαφέρει η συσσωρευμένη πληροφορία (van Peer, 1989: 302).

Σ’ αυτή την προοπτική, από την ραγδαία εξέλιξη που έχουν ήδη σημειώσει οι νεοεμφανιζόμενες μηχανιστικές μέθοδοι και οι υπολογιστικές εφαρμογές τους στον κλάδο της φιλολογίας, κρίνεται, μεταξύ άλλων, το αν θα θεωρούμε ότι τα λογο-τεχνικά κείμενα έχουν όντως κάτι κρίσιμο να πουν, το οποίο αξίζει να μοιραστούν με τους πραγματικούς αναγνώστες τους· ή, προσδίδοντας στα γλωσσικά τους σημεία οντολογικά χαρακτηριστικά, θα τα αντιμετωπίζουμε ως αντικείμενα προς επεξεργασία.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adam, J., εκδ. 1963. The Republic of Plato, 2η έκδ.. Cambridge: Cambridge University Press.

Adrados, F. R., & J. Rodriguez Somolinos. 1994. The DLG data bank, The DGE and Greek Lexicography. Emerita, 62: 241-251.

Berkowitz, L., & K. A. Squitier. 1990. Thesaurus Linguae Graecae. Canon of Greek Authors and Works, 3η έκδ. New York & Oxford: Oxford University Press.

Berkowitz, L. 1993. Ancilla to the Theasurus Linguae Graecae. Στο T. F. Bruner (επιμ.), Accesing Antiquity, 34-61.

Bolter, J. D. 1991. The Computer, Hypertext, and Classical Studies. The American Journal of Philology, 112(4): 541-547.

Brandwood, L.  1976. A Word Index to Plato. Leeds: W. S. Maney & Son.

Bruner, T. F. [επιμ.]. 1993. Accesing Antiquity. The Computerization of Classical Studies. Tucson & London: The University of Arizona Press.

−. 1993. Classics and the Computer. The History of a Relationship. Στο T. F. Bruner (επιμ.), Accesing Antiquity, 10-33.

Δάλλας, Γ. 1976. Αρχαίοι Λυρικοί 1. Ιαμβογράφοι, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια. Αθήνα: εκδ. «Κείμενα».

Fauth, W. 1970. Zum Motivbestand der platonischen Gygeslegende. Rheinisches Museum für Philologie, 113: 1-42.

Frutiger, P. 1930. Les Mythes de Platon. Paris: Libraire F. Alcan.

Genette, G. 1982. Palimpsestes. La littérature au second degré. Paris: Seuil.

Gernet, L. 2000. Ανθρωπολογία της Αρχαίας Ελλάδας, μτφρ. Α. Μεθενίτη - Α. Στεφανής. Αθήνα: εκδ. «Πατάκη».

Haubold, J. 2000. Homer's People: Epic Poetry and Social Formation. Cambridge: Cambridge University Press.

Heslin, P. J. 2001. Thesaurus Linguae Graecae, CD-ROM Disk E. Distributed by the Thesaurus Linguae Graecae for the Regents of the University of California, February 2000. Bryn Mawr Classical Review 2001.09.23.

Hockey, S. 2000. Electronic Texts in the Humanities. Principles and Practice. Oxford: Oxford University Press.

Κακριδής, Ι. Θ. 1971. Η γυναίκα του Κανδαύλη. Στο Μελέτες και άρθρα, Θεσσαλονίκη: δ. εκδ., 114-127.

− . 1981. Γύγης ο Λυδός. Στο Από τον κόσμο των αρχαίων, 2ος τόμ. Ελλήνων Λόγοι, Θεσσαλονίκη: δ. εκδ., 41-65.

Kissling, Th. [εκδ.]. 1963. I. Tzetzae, Historiarum Variarum Chiliades. Hildesheim: G. Olms.

Κοπιδάκης, Μ. Ζ., κ.ά. 2000. Το δαχτυλίδι του Γύγη. Στο Αρχαία Ελληνικά. Φιλοσοφικός λόγος: Πλάτων-Αριστοτέλης, 2η έκδ. Αθήνα: εκδ. «Ο.Ε.Δ.Β.», 104-112.

Laird, A. 2001. Ringing the Changes on Gyges: Philosophy and the Formation of Fiction in Plato’s Republic. The Journal of Hellenic Studies, 121: 12-19.

Μαρωνίτης, Δ. Ν. 1984. Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα. Η διαλεκτική της Οδύσσειας, 5η έκδ. Αθήνα: εκδ. «Κέδρος».

− . 2001. Οκτώ νουβέλες και τέσσερα ανέκδοτα. Εισαγωγή, μετάφραση και πέντε δοκίμια, 2η έκδ. Αθήνα: εκδ. "Άγρα".

McCarty, W. 1995. Literary and Mechanical Thinking: A Position-Paper in the Boundaries of Computer-Assisted Literary Analysis. Center for Medieval and Renaissance Studies, University of California at Los Angeles, November.

. 2001. Poem as Algorithm. Humanities Computing in the Life and Place of the Mind. Στο D. Fiormonte & J. Usher (επιμ.), New Media and the Humanities. Research and Applications. Proccedings of the First Seminar Computers, Literature and Philology. Edimburg, 7-9 September 1998. Oxford: The Humanities Computing Unit at Oxford University, 1-9.

Μπαμπινιώτης, Γ. 1995. Ο Θησαυρός της ελληνικής γλώσσας (TLG). Διαχρονική προσέγγιση της ελληνικής γραμματείας και γλώσσας μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στο Η Γλώσσα ως αξία. Το παράδοξο της Ελληνικής. Αθήνα: εκδ. «Gutenberg», 163-172.

Pantelia, M. 2000. "Νοῦς into Chaos": The Creation of the Thesaurus of the Greek Language. International Journal of Lexicography, 13(1): 1-11.

van Peer, W. 1989. Quantitative Studies of Literature. A Critique and an Outlook. Computers and the Humanities, 23(4-5): 301-307.

 

Radet, A. F. 1893. La Lydie et le monde grec au temps des Mermnades (687-546). Paris: E. Thorin.

Ruhleder, K. 1991. Information Technologies as Instruments of Social Transformation. The Computerization of Classical Scholarship, αδημ. διδ. διατρ. (UMI). Irvine: University of California.

− . 1994. Rich and Lean Representations of Information for Knowledge Work: The Role of Computing Packages in the Work of Classical Scholars. ACM Transactions on Information Systems, 12(2): 208-230.

Schul, M. 1968. La fabulation platonicienne. Paris: PUF.

Shell, M. 1978. The Economy of Literature. Baltimore & London: The John Hopkins University Press.

Silver Mountain Software: TLG Workplace Pack.

Σκουτερόπουλος, Ν. Μ. 2002. Πλάτων. ‘Πολιτεία’. Εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, ερμηνεία. Αθήνα: εκδ. «Πόλις».

Smith, K. F. 1902. The Tale of Gyges and the King of Lydia. The American Journal of Philology, 23(4): 261-282 και 361-387.

Suzanne, B. 1996. The Ring of Gyges.

Szondi, P. 1999. Περί φιλολογικής γνώσεως. Στο Δοκίμια Χέντερλιν, Σλέγκελ, Σίλλερ, Μπένγιαμιν, μτφρ. Σ. Γ. Νικολούδη. Αθήνα: εκδ. Εστία, 11-38.

Thesaurus Linguae Graecae (TLG)

Thompson, R. 2002. Reporting the Results of Computer-assisted Analysis of Qualitive Research Data. FQS, 3(2).

TLG CD-ROM, εκδ. 2000. Thesaurus Linguae Graecae, CD-ROM Disk E. Distributed by the Thesaurus Linguae Graecae for the Regents of the University of California.

Travis, R. 2000. The Spectation of Gyges in P. Oxy. 2382 and Herodotus Book 1. Classical Antiquity, 19(2): 330-359.

Ure, P. N. 1962. The Origin of Tyranny. New York: Russel & Russel. 

Vlastos, G. 1994. Δικαιοσύνη και ευτυχία στην Πολιτεία. Στο Πλατωνικές μελέτες, μτφρ. Ι. Αρζόγλου. Αθήνα: εκδ. «Μ.Ι.Ε.Τ.», 169-219.


Υποσημειώσεις 


[1]   Στα ανακτημένα δεδομένα από το συνολικό corpus του Θησαυρού σχετικά με τον Γύγη διαπιστώνεται ότι ο Πρόκλος αναφέρεται στο Υπόμνημα της Πολιτείας (111.4): τ κατ τν Γύγου πρόγονον διηγήματι.

[2]   Πρβλ. Θεαίτ., 191.d.7, 193.c.1· Αλκιβ., 128.a.8, 128.e.7, 128.e.8.

[3]   Πρβλ. Σούδα, s.v. Γύγου δακτύλιος· Γρηγ. Κύπρ., Παροιμ. 2.5.1, 2.58.1· Μακάρ. Χρυσ., Παροιμ. 3.9.1· Ψ-Ζων., Λεξ. s.v. Γύγης· Μιχ. Απ., Συλλ. Παροιμ. 5.7.1-2, 15.85.1-4.

[4]   Πρβλ. την έκφραση ρμο κλρος, για την οποία ο Ευστάθιος στο Υπόμνημα της Ιλιάδας (2.441.4-8) αναφέρει ότι λέγεται έτσι… ἵνα εὐτυχοῖεν οἱ κληρούμενοι εὐερμίαν ἔχοντες, ὅ ἐστιν εὐτυχίαν, ἐξ οὗ καὶ ῥῆμα τὸ εὐερμεῖν· πρβλ. Ησύχ., Λεξ. s.v.· Φώτ., Λεξ. s.v.

[5]   Πρβλ. Ανακρεόντ. 8.1.· Αριστλ., Ρητ. 141.b.31· Πλούτ., Περ συχίας τς ψυχς 470.B.11 Λουκ., Παράσ. 58.10· Φλάβ. Φιλόστρ., Βίος Απολ. Τυαν. 8.21.8· Γρηγ. Ναζ. περ ρετς 683.4, ες τν αυτο ψυχν 1435.10· στην Ελλ. Ανθολ.: Λεωνίδ. 7.740.3, Αλφ. Μιτυλ. 9.110.2, Βιάν. 9.423.1.

[6]   Πρβλ., για παράδειγμα, Στράβ., Γεωγρ. 14.5.28.18· Καλλισθ., απόσπ 54.14· Δημήτρ. Γραμμ., απόσπ. 44.13. Ως πρτον τύραννον χαρακτηρίζει τον Γύγη ο Ευφορίων· βλ. τις αναφορές των Θεόπομπ., αποσπ. 2b,115,F.205.4 και Κλήμ. Αλ., Στρωμ. 1.21.117.9-10. Επίσης Et.Gud. και EΜ, s.v. τύραννος.

[7]   Πρβλ., για παράδειγμα, τις σχετικές ερμηνείες (Ανώνυμ., Σχόλ στη Ρητορ. του Αριστλ. 256.6): Γύγης πλούσιος ν· δι γρ τς σφενδόνης πολλ συνξε χρήματα· (Γρηγ. Ναζ. Ες τν Μέγαν Βασίλειον…'Επιτάφιος 21.3.1-3): τ στροφ τς σφενδόνης Γύγης…Λυδν τυράννησεν.

[8] Μέχρι σήμερα [ενν. το 2003] δεν έχει ενταχθεί στον Θησαυρό ένα τουλάχιστον αλληγορικό «υπερκείμενο», σχετικό με τον Γύγη, από τις Χιλιάδες του Ι. Τζέτζη, “περὶ τοῦ Γύγου γ´” 157-166 (στην έκδ. του Kissling, 1963). Στη σχετική παραλλαγή η βασίλισσα έδωσε στον ποιμένα το δαχτυλίδι (ς τν δακτύλιον λαβών), με το οποίο λαθραία αυτός εξόντωσε τον Κανδαύλη, ενώ, στο στέλος, στρέψας τν δακτύλιον πάλιν πρς τν γυνακα / γίνεται πσιν μφανής, λαβν τν βασιλείαν.